ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΜΕ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΠΟΛΥΚΥΣΤΙΚΩΝ ΩΟΘΗΚΩΝ

Το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών είναι μια περίπλοκη ενδοκρινική διαταραχή γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας καθώς επίσης και αιτία υπογονιμότητας.

0
291

Το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών είναι μια περίπλοκη ενδοκρινική διαταραχή γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας καθώς επίσης και αιτία υπογονιμότητας. Από σύγχρονες επιστημονικές μελέτες, προκύπτει ότι υπάρχουν πολλοί παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν την εμφάνιση του συνδρόμου, όπως πολλές αναπαραγωγικές και μεταβολικές διαταραχές. Κύρια κλινικά χαρακτηριστικά του συνδρόμου είναι οι διαταραχές της έμμηνου ρήσης, ο υπερανδρογονισμός ( ο οποίος εκδηλώνεται με την έντονη τριχοφυΐα), η ακμή και η αλωπεκία καθώς επίσης και η υπογονιμότητα. Συνδέεται επίσης και με την παχυσαρκία και κυρίως την αύξηση λίπους στην κοιλιακή χώρα, την αντίσταση στην ινσουλίνη και τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.
Φαίνεται πως στην συγκεκριμένη ασθένεια, η διατροφή παίζει σημαντικό ρόλο όσον αφορά την πρόληψη αλλά και την αντιμετώπισή της.
Οι γυναίκες με αυξημένο βάρος σώματος πρέπει να προσπαθούν να το μειώσουν. Γενικά μια μέτρια απώλεια βάρους της τάξης του 5-10% του συνολικού σωματικού βάρους μπορεί να βελτιώσει τις εκδηλώσεις του ΣΠΩ.
Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται στους υδατάνθρακες, διότι αποτελεί το κυρίως θρεπτικό συστατικό, το οποίο επηρεάζει τη μεταγευματική γλυκόζη αίματος. Προτείνεται η κατανάλωση τροφίμων χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη, όπως είναι τα πλόυσια σε φυτικές ίνες  τρόφιμα, ώστε να επιτυγχάνεται καλύτερος γλυκαιμικός έλεγχος.
Προτείνεται μείωση της κατανάλωσης τροφίμων πλούσιων σε απλά σάκχαρα όπως είναι τα γλυκά, διάφορα ροφήματα, η ζάχαρη σε οποιαδήποτε μορφή, διότι επιδεινώνουν την υπερινσουλιναιμία ενώ, όταν καταναλώνονται χωρίς μέτρο, προκαλούν αύξηση του σωματικού βάρους.
Προτείνεται, η αύξηση κατανάλωσης φρούτων και λαχανικών, τα οποία είναι πλούσια σε διαλυτές φυτικές ίνες, οι οποίες βοηθούν στην ομαλότερη αύξηση των επιπέδων του σακχάρου στο αίμα μετά το γεύμα, ενώ παράλληλα προκαλούν μεγαλύτερο αίσθημα του κορεσμού.

Προσοχή πρέπει να δίνεται στην ποιότητα των λιπαρών που προσλαμβάνονται μέσω της διατροφής. Είναι απαραίτητος ο περιορισμός των κορεσμένων λιπαρών οξέων (ζωικά λίπη, λάδι καρύδας) καθώς και των trans λιπαρών οξέων (μαργαρίνη, τηγανητά, τυποποιημένα αρτοσκευάσματα). Η κατανάλωση τέτοιων τροφίμων άνευ ορίων προκαλεί αύξηση σωματικού βάρους, αύξηση της LDL χοληστερίνης (κακή χοληστερίνη) και του κινδύνου για καρδιοπάθεια. Έμφαση πρέπει να δίνεται στην κατανάλωση μονοακόρεστων λιπαρών οξέων με κυριότερο εκπρόσωπο το ελαιόλαδο. Ωφέλιμη είναι η κατανάλωση ω-3 λιπαρών οξέων από λιπαρά ψάρια (σαρδέλα, γαύρος, σολομός, πέστροφα, βακαλάος κλπ), ιχθυέλαια, λιναρόσπορο, καθώς περιορίζουν τη φλεγμονή, μειώνουν τον κίνδυνο θρομβώσεων και σε κάποιο βαθμό τα επίπεδα ολικής χοληστερόλης στο αίμα. Η κατανάλωση συνολικά των λιπαρών πρέπει να γίνεται με μέτρο.
Σημαντική είναι η τήρηση πολλών και μικρών γευμάτων μέσα στη ημέρα (5-6 γεύματα). Με αυτόν τον τρόπο τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα διατηρούνται σε φυσιολογικά επίπεδα ή όσο πιο κοντά στα φυσιολογικά είναι δυνατό.

Συστήνεται η επαρκής πρόσληψη νερού και υγρών από καλές πηγές όπως τσάι και αφεψήματα, φρέσκους χυμούς φρούτων και γάλα με χαμηλή περιεκτικότητα λιπαρών.
Τέλος, συστήνεται προσοχή στην κατανάλωση αλατιού (επιτρέπεται συνολική κατανάλωση αυτού μέχρι 5γρ/ημέρα) και προτείνεται η αντικατάστασή του με διάφορα μπαχαρικά, όταν αυτό είναι δυνατό.